παντεπόπτης

παντεπόπτης
παντεπόπτης, ου, ὁ (πᾶς [*παντ], ἐπόπτης ‘watcher’) one who sees all, one who is all-seeing (Sb 4127, 18 Ἥλιον τὸν παντεπόπτην δεσπότην; Vett. Val. 1, 4; 331, 20 [Ἥλιος]; magical pap [TSchermann, Griech. Zauberpap. 1909, 28f]; 2 Macc 9:5; Ps.-Clem., Hom. 4, 14; 23; 5, 27; 8, 19; SibOr, Fgm. 1, 4 v.l.—The Greeks call Zeus ὁ πανόπτης [e.g. Aeschyl., Eum. 1045] or παντόπτης [e.g. Aeschyl., Suppl. 139; Soph., Oed. C. 1085]) of God ὁ π. δεσπότης 1 Cl 55:6. ὁ π. θεός 64; Pol 7:2.—S. DELG s.v. ὄπωπα.

Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία. 2015.

Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • παντεπόπτης — all seeing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντεπόπτης — και παντεφόπτης, ό, Α 1. αυτός που επιβλέπει τα πάντα, πανόπτης 2. προσωνυμία τού Θεού. [ΕΤΥΜΟΛ. < παντ(ο) * + ἐπόπτης] …   Dictionary of Greek

  • παντεπόπτην — παντεπόπτης all seeing masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντεπόπτου — παντεπόπτης all seeing masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντεπόπτῃ — παντεπόπτης all seeing masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντεπόπτα — παντεπόπτᾱ , παντεπόπτης all seeing masc nom/voc/acc dual παντεπόπτης all seeing masc voc sg παντεπόπτᾱ , παντεπόπτης all seeing masc gen sg (doric aeolic) παντεπόπτης all seeing masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντεποπτικός — ή, όν, Μ [παντεπόπτης] παντεπόπτης …   Dictionary of Greek

  • παντεπόπτας — παντεπόπτᾱς , παντεπόπτης all seeing masc acc pl παντεπόπτᾱς , παντεπόπτης all seeing masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διόπτης — διόπτης, ο (Α) 1. αυτός που βλέπει τα πάντα, παντεπόπτης 2. κατάσκοπος 3. η διόπτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δι (α)·* + οπτης < (θ.) οπ (πρβλ. όπωπα)] …   Dictionary of Greek

  • πανδορκία — ἡ, Μ το να βλέπει κανείς τα πάντα, το να είναι πανόπτης, παντεπόπτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν* + δορκία (< δέρκομαι «βλέπω» πρβλ. δέδορκα), πρβλ. οξυ δορκία] …   Dictionary of Greek

  • πανεπίσκοπος — ον, Α αυτός που όλα τά παρατηρεί, τά εξετάζει, παντεποπτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ἐπίσκοπος «αυτός που επιτηρεί, φύλακας»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”